Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Ομιλία του καθηγητή Φωκίωνα Κοτζαγεώργη για το συγγραφικό έργο του Δημήτρη Μαυρίδη

Αν άλλοι ήταν αυτοί που διαφύλαξαν την Παλιά Πόλη της Ξάνθης από την οικοδομική πλημμυρίδα και τη λογική της αντιπαροχής κατά τη δεκαετία του 1970, ο κ. Δημήτρης Μαυρίδης ήταν αυτός που φρόντισε να διαφημίσει αυτό το διασωθέν στολίδι του ελλαδικού χώρου. Αυτό που τον συνέδεε με την πόλη δεν ήταν ούτε η καταγωγή ούτε ο τόπος γέννησης, παρά μόνο οι παιδικές μνήμες από την ολιγόχρονη διαμονή του εδώ. Ο ίδιος τεχνοκράτης, πολυταξιδεμένος, ζυμωμένος με τον κοσμοπολιτισμό, χρησιμοποίησε αυτά τα εργαλεία για να λαξεύσει και τελικά να μορφοποιήσει την ζωντανή εικόνα του για την πόλη και για τον ελληνισμό.

Ο υπότιτλος του πρώτου βιβλίου του για τον τόπο καταγωγής του, τη Ραιδεστό («Σε αναζήτηση της νεοελληνικής ταυτότητας», το 2003) δείχνει τον προβληματισμό που τον απασχολεί γόνιμα καθ’ όλη την τρέχουσα δεκαετία. Στον οδηγό που συνόδευσε την φωτογραφική έκθεση «Μνεία της καθ’ ημάς Ανατολής» το 2005 και τον αντίστοιχο για την έκθεση «Από την ιστορία της Θράκης 1875-1925» τον επόμενο χρόνο, και οι δυο για τις «Γιορτές της Παλιάς Πόλης», ο Μαυρίδης υπομνηματίζει τις φωτογραφίες του και στοχάζεται πάνω στην πορεία των Ρωμιών της οθωμανικής αυτοκρατορίας μέχρι την τελική φυγή τους από τη Μικρασία και τη Θράκη το 1922. Η πορεία αυτή τον συγκινεί και αναζητά με σπουδή μέσα στον ιστορικό χρόνο τα στοιχεία που συγκροτούν αυτό που ονομάζουμε «νεοελληνική ταυτότητα».

Μέσα σ’ αυτό το γενικό πλαίσιο εντάσσεται και η προβληματική του για την Ξάνθη. Το 2004 με δύο δημοσιεύματά του (ένα άρθρο στο περιοδικό «Νέα Κοινωνιολογία» και ένα βιβλίο) για πρώτη φορά προβάλλει την Ξάνθη ως δημιούργημα του ρωμέικου κοινοτισμού. Ο Μαυρίδης θεωρεί ότι η οικονομική, κοινωνική, και πνευματική ανάδυση, αλλά και η πολεοδομική συγκρότηση της πόλης κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο οφειλόταν στην ανάδειξη των Ρωμιών ως κυρίαρχης πληθυσμιακής ομάδας της πόλης. Εστίασε στην Παλιά Πόλη, την οποία παρουσίασε στο ευρύ κοινό μέσα από την πλουσιότατη προσωπική συλλογή φωτογραφιών και ταχυδρομικών δελταρίων. Από το πρώτο βιβλίο του φάνηκαν και οι άξονες της σκέψης του Μαυρίδη γι’ αυτήν: α) εκεί αποτυπώνονται όλα τα στοιχεία της ρωμέικης ιστορικής παράδοσης (μοναστήρια, πλατείες, ναοί, κάστρο, μαχαλάδες, πολεοδομικός σχεδιασμός) και β) πολυμορφική αποτύπωση στο δομημένο περιβάλλον, η οποία συμβαδίζει με το ανθρώπινο. Η λεπτομέρεια στη δημιουργία αρχιτεκτονικών κτηρίων ως σημαντικού πολιτιστικού στοιχείου έχει γίνει συνείδηση από τον Μαυρίδη. Στο δεύτερο βιβλίο του για την Παλιά Πόλη (Μαστοριά και Μεράκι), που εκδόθηκε το 2005 από τον Δήμο Ξάνθης και το ΠΑΚΕΘΡΑ (όπως και το προηγούμενο), ο Μαυρίδης αναλύει την υφολογική ποικιλομορφία της Παλιάς Πόλης, τεκμηριώνοντάς την με φωτογραφικό υλικό, τόσο παλιό όσο και σύγχρονο. Απομονώνει τα αρχιτεκτονικά στυλ (εκλεκτικισμός, μπελ επόκ, σαχνισί) και επικεντρώνεται στην εργασία των μαστόρων που μετέτρεψαν τα υλικά σε τέχνη. Σκύβει με αγάπη σ’ αυτούς τους ανώνυμους εργάτες της πέτρας, του ξύλου, του χρώματος, του πηλού και του μετάλλου, οι οποίοι δημιούργησαν τα κτήρια, αλλά κυρίως τις λεπτομέρειες που συνθέτουν το πολεοδομικό σύνολο της Παλιάς Πόλης. Ο Μαυρίδης γνωρίζει την εργασία αυτών των ανθρώπων και με Μαστοριά και μεράκι συνθέτει ένα εκδοτικό δημιούργημα, αφιέρωμα στους ανώνυμους κτίτορες της Παλιάς Πόλης.

Στα επόμενα δημοσιεύματά του ο Μαυρίδης προχωρά σε μια σύνθεση. Το 2007 σε συνεργασία με τη Μητρόπολη Ξάνθης συμμετέχει στις Γιορτές Παλιάς Πόλης με μια φωτογραφική έκθεση. Η έκθεση συνοδεύεται από άλλον έναν καλαίσθητο τόμο, την «Αγγελοφύλακτη Ξάνθη». Εδώ ο Μαυρίδης γράφει μια ιστορία της πόλης, όχι με τον συμβατικό ακαδημαϊκό τρόπο, αλλά με τον δικό του. Έτσι, όταν αναφέρεται στη βυζαντινή Ξάνθεια δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην καθαγίαση του χώρου με τα  «σταυράτα» και στη διατήρηση του βυζαντινού μυστικού πολεοδομικού σχεδιασμού, ο οποίος θα επιβιώσει πολλούς αιώνες μετά στην Παλιά Πόλη. Θα επεξεργασθεί ακόμη περισσότερο την άποψη για την Ξάνθη ως κύτταρο του ρωμέικου κοινοτισμού, θα επιμείνει στο ύφος και στην ιδεολογία που κρύβει το δομημένο περιβάλλον της Παλιάς Πόλης και μέσω αυτών των ρυθμών θα παρακολουθήσει την ιστορική πορεία της πόλης μέχρι τον 20ο αι. Κατά την προσφιλή συνήθειά του, ο Μαύριδης θα σχολιάσει και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Τον χώρο τον βλέπει ως έναν ζωντανό οργανισμό, η εμπορευματοποίηση του οποίου επιδρά και στον ψυχισμό των κατοίκων του. «Η επικράτηση της ανάγκης πάνω στην αισθητική» είναι εκδήλωση, κατά τον Μαυρίδη, της κρίσης νεοελληνικής ταυτότητας. Για τη σύγχρονη Ξάνθη ο Μαυρίδης επισημαίνει τις «ευεργητικές» για τη διάσωση της Παλιάς Πόλης οικονομικές δυσκολίες του 1950 και του 1960. Σήμερα, η πόλη διατηρεί τον διφυή χαρακτήρα που είχε ήδη από τις αρχές του 20ου αι.: το σύγχρονο πολεοδομικό ιστό και την Παλιά Πόλη. Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του ο Μαυρίδης αναρωτιέται γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος προσπαθεί να διασώσει και να διατηρήσει τα «παρωχημένα περιβάλλοντα», για να δώσει στη συνέχεια μια απάντηση: «τα περιβάλλοντα αυτά διαθέτουν κάτι το οποίο απουσιάζει από αυτό που οι σημερινές κοινωνίες μπορούν να δημιουργήσουν». Η δυνατότητα διατήρησης του χαρακτήρα της Παλιάς Πόλης απασχολεί τον Μαυρίδη. Ολοκληρώνει το βιβλίο του με μια πρόταση. Στο ερώτημα ποιες επιλογές έχει η Ξάνθη για να διατηρήσει την Παλιά Πόλη, η απάντηση είναι δύο: η πρώτη είναι η λογική της τουριστικής πολιτιστικής βιομηχανίας. Σύμφωνα μ’ αυτήν, όπως έχει συμβεί και σ’ άλλες περιοχές της Ελλάδας, τέτοιοι τόποι γίνονται πεδίο ανάδειξης των καταναλωτικών προτύπων των υψηλών εισοδηματικών στρωμάτων. Έτσι, ο παραδοσιακός τόπος γίνεται τουριστικό αξιοθέατο, μουσειακός χώρος, κάτι ψυχρό, όπου ακυρώνεται η όποια παράδοση και ιστορικότητα. Η δεύτερη επιλογή, την οποία προτείνει ο Μαυρίδης, είναι να υποστηριχτεί η πολυπλοκότητα του δομημένου περιβάλλοντος της Παλιάς Πόλης μέσω των κοινωνικών σχέσεων που αναπτύσσονται μέσα σ’ αυτό. Προτείνει, δηλαδή, να ενθαρρυνθούν οι χαμηλότερες εισοδηματικές ομάδες να εγκατασταθούν στην Παλιά Πόλη, να υποστηριχτεί η διατήρηση των ζωντανών κοινωνικών σχέσεων της καθημερινότητας μέσω της κατοικίας και να αποφευχθεί η δημιουργία κέντρων διασκέδασης ή άλλων τουριστικής υφής δραστηριοτήτων.

Στην ογκώδη και πολυτελή έκδοση του Δήμου Ξάνθης σε συνεργασία με το ΠΑΚΕΘΡΑ (2007) ο Μαυρίδης επιμελείται εξ ολοκλήρου τον τόμο, έχει την ευθύνη στην επιλογή μιας ευρύτατης γκάμας συγγραφέων, στο χωρισμό των κεφαλαίων και στην εικονογράφηση. Ο τόμος, που αποτελεί δικό του δημιούργημα, συνιστά κορυφαίο επίτευγμα όλων των προσπαθειών των τοπικών κοινωνιών για την ανάδειξη των πόλεών τους. Νομίζω ότι θα αποτελέσει οδηγό για πολλές μεταγενέστερες προσπάθειες φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα. Τον αναγνώστη εντυπωσιάζει μεταξύ άλλων η ποικιλία των θεμάτων που συλλαμβάνει ο Μαυρίδης. Περιοριζόμενος στο κεφάλαιο για την Παλιά Πόλη, διαφαίνονται τα προσωπικά ενδιαφέροντα του Μαυρίδη γι’ αυτήν, αλλά δεν μένει τίποτε έξω, διατηρώντας μια αξιοθαύμαστη θεματική ισορροπία: εκκλησιές και μοναστήρια, αλλά και οθωμανικά μνημεία, αρχιτεκτονική και πολεοδομία, αλλά και οικονομία, οι προσπάθειες διάσωσης του οικισμού, αλλά και ο εικονογραφικός και κειμενικός υπομνηματισμός της. Ο Μαυρίδης στον Επίλογο του τόμου καταγράφει τα προβλήματα συνολικά της πόλης και δίνει τη δική του οπτική για την επίλυσή τους.

Στο φετινό εορτασμό των Γιορτών Παλιάς Πόλης ο Μαυρίδης συμμετέχει με τη φωτογραφική έκθεση «Σπίτια της Ξάνθης» που διοργανώνεται από τη Μητρόπολη. Στον οδηγό-βιβλίο που συνοδεύει την έκθεση ο Μαυρίδης συστηματοποιεί, φωτογραφικά και κειμενικά, τα διαφορετικά αρχιτεκτονικά στυλ της πόλης φτάνοντας μέχρι τις σύγχρονες πολυκατοικίες. Η ιστορική διάσταση είναι παρούσα και σ’ αυτή την έκδοση.

Μόνιμο στοιχείο των εκδόσεων του κ. Μαυρίδη είναι η τέλειας ποιότητας φωτογραφική τεκμηρίωση, η οποία ζωντανεύει το αντικείμενο και το καθιστά οικείο και παντοτινό. Ο σχολιασμός των φωτογραφιών λειτουργεί ως μια συμπληρωματική διάσταση: εικόνα και λόγος δημιουργούν ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο προσφέροντας ένα άρτιο τελικό καλλιτεχνικό προϊόν. Η καλαισθησία των βιβλίων οφείλεται αποκλειστικά στον ίδιο. Όσο λίγοι γνωρίζει την τέχνη του να δημιουργήσεις ένα βιβλίο και γι’ αυτό επιμελείται ο ίδιος από την αρχή μέχρι το τέλος τις εκδόσεις του. Ίσως η αγάπη του γι’ αυτό, η οποία αναδεικνύεται μέσα από την αισθητική τελειότητα, να τον οδήγησε να συνοδεύσει τις εκθέσεις των φωτογραφιών του με περίτεχνους και καλά υπομνηματισμένους οδηγούς-βιβλία.

Συμπληρωματικό στοιχείο των εκδόσεών του είναι οι χάρτες. Ο κ. Μαυρίδης, όσο δυστυχώς λίγοι Έλληνες, γνωρίζει ότι η γνώση του χώρου αποτελεί βασικό τρόπο για τη γνώση των ανθρώπων και της ζωής. Ο ίδιος επιμελείται και σχεδιάζει τους χάρτες του με καλαισθησία και ακριβή ιστορικό υπομνηματισμό. Η παράθεση βιβλιογραφίας στο τέλος των εκδόσεών του υπακούει στο ενδιαφέρον του να καταγράψει οτιδήποτε για την Ξάνθη και να παρακινήσει κι άλλους να ασχοληθούν μ’ αυτήν.

Όσοι γνώρισαν τον κ. Μαυρίδη μόνο μέσα από τα βιβλία του, διακρίνουν έναν άνθρωπο που έχει αγάπη για την Ξάνθη. Η γραφή του είναι χειμαρρώδης, συναρπαστική. Όσοι τον γνώρισαν προσωπικά πρόσεξαν έναν άνθρωπο ήπιων τόνων, ολιγομίλητο, ακριβολόγο και ρεαλιστή. Αυτό το τελευταίο στοιχείο είναι που τον διαφυλάσσει από ιδεολογικοποιήσεις. Εννοώ το εξής: η ανακάλυψη και ο θαυμασμός της ελληνικής παράδοσης εκδηλώθηκε από πολλούς ανθρώπους, διαφορετικών πνευματικών καταβολών, παλιότερα και τώρα. Σήμερα, λόγω της φολκλορικής ή και τουριστικής προσέγγισης της παράδοσης είναι πανεύκολη η διολίσθηση σε ιδεολογικοποιημένους ρομαντισμούς, οι οποίοι αντί να παράξουν σεβασμό προς το θαυμαζόμενο, υποκύπτουν ευκολότατα στον καταναλωτικό πειρασμό της τουριστικής βιομηχανίας. Ο κ. Μαυρίδης θέλει και αναζητά το αληθινό. Γνωρίζει, όμως, και τον ρεαλισμό της καθημερινής ζωής. Αυτά τον οδηγούν στο να βλέπει την παράδοση βιωματικά, ως ένα ζωντανό οργανισμό, και να αποφεύγει την ιδεοληψία. Δεν είναι τυχαίο που και ο άλλος σημερινός τιμώμενος, απ’ όσα έχω ακούσει και διαβάσει, διακρίνεται από τον ίδιο ρεαλισμό και την ίδια αγάπη. Ίσως γι’ αυτό και οι προτάσεις που έχουν διατυπώσει για τη διατήρηση της Παλιάς Πόλης ταυτίζονται. Κι αυτό είναι ένα εντυπωσιακό στοιχείο.

Η περίπτωση της Παλιάς Πόλης της Ξάνθης είναι μοναδική από πολλές απόψεις. Επιπλέον, πρωτοπορεί και σ’ αυτό: έχει δυο ανθρώπους που προτείνουν συγκεκριμένα και ρεαλιστικά μέτρα γι’ αυτήν. Μόνο ως αυτοκτονία πάνω στο ιστορικό σώμα των Ξανθιωτών – και όχι μόνο – θα μπορούσε να θεωρηθεί η κώφευση των ιθυνόντων στις εκκλήσεις και τις προτάσεις του κ. Μαυρίδη και του κ. Θανόπουλου. Όπερ έδει δείξαι...

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Γενισέα. Νέα πόλη του Νέστου -τόπος συνάντησης πολιτισμών


Σε συνεργασία με τον Γιώργο Τσιγάρα
Εκδότης Δήμος Βιστωνίδος, Σχήμα 20χ30, Σελ. 144, Εικ. 197, Χάρτες 3, Γενισέα 2010.

Ιστορική και λαογραφική παρουσίαση του οικισμού της Γενισέας, ιστορικού κέντρου της παραγωγής καπνού στην περιφέρεια της Ξάνθης.



Ο Δήμος Βιστωνίδος εξέδωσε το βιβλίο «Γενισέα. Νέα πόλη του Νέστου - τόπος συνάντησης πολιτισμών», το οποίο έγραψαν ο Δημήτρης Μαυρίδης και ο Γιώργος Τσιγάρας με τη συνεργασία ομάδας ιστορικών και αρχιτεκτόνων. Το βιβλίο έχει 142 σελίδες και περιλαμβάνει 192 φωτογραφίες, 5 σχέδια και 3 χάρτες.

Πρόκειται για πλήρη παρουσίαση και μελέτη του ιστορικού οικισμού της Γενισέας και της σχέσης της με τη γειτονική Ξάνθη. Παρουσιάζονται η ίδρυση και η ιστορία του οικισμού, τα θρησκευτικά του μνημεία, χριστιανικά και μουσουλμανικά, η σχέση του οικισμού με τον καπνό, οι καπναποθήκες της Γενισέας και η ανέγερσή τους από Ηπειρώτες μαστόρους και πετράδες, τα σπίτια της Γενισέας και παρατίθενται μαρτυρίες ταξιδιωτών και περιηγητών για τον οικισμό.

Η Γενισέα ιδρύθηκε ως διοικητικό και οικονομικό κέντρο της μουσουλμανικής διοίκησης λίγα χρόνια μετά την κατάκτηση της Θράκης από τους Οθωμανούς Τούρκους τον 14ο αιώνα. Η μικρή πόλη και η περιοχή της εποικίσθηκαν από Τουρκομάνους νομάδες που μεταφέρθηκαν τότε από τη Μικρά Ασία. Η ύπαρξη της γειτονικής Ξάνθης, που παρέμεινε χριστιανική, δημιούργησε ένα ιδιότυπο πολεοδομικό δίπολο, όπου οι δύο πόλεις η μουσουλμανική Γενισέα και η χριστιανική Ξάνθη συνυπήρχαν αρμονικά για σχεδόν πέντε αιώνες.

Είναι ενδιαφέρουσες οι διαδικασίες κάτω από τις οποίες οι Τουρκομάνοι νομάδες έποικοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα και έγιναν αγρότες στενά δεμένοι με τη γη τους. Με την εισαγωγή μάλιστα της καλλιέργειας του καπνού στη Μακεδονία και τη Θράκη κατά τον 17ο αιώνα οι μουσουλμάνοι αγρότες της περιοχής της Γενισέας φθάνουν να παράγουν την καλύτερη ποιότητα καπνού στον τότε κόσμο. Η μεγάλη εποχή του καπνού κατά τον 18ο αιώνα συμπίπτει με την αναγέννηση του Νέου Ελληνισμού. Ο πλούτος της Γενισέας που βασίζεται στον καπνό θα προσελκύσει γρήγορα Μακεδόνες και Ηπειρώτες μαστόρους και εμπόρους και θα γίνει η προϋπόθεση της συνεργασίας των παραγωγών μουσουλμάνων και των εμπόρων χριστιανών, οι οποίοι αναλαμβάνουν και την επεξεργασία του καπνού. Ταυτόχρονα οι Ηπειρώτες μαστόροι που αναλαμβάνουν την ανοικοδόμηση των καπναποθηκών της Γενισέας και μετά της Ξάνθης μεταφέρουν τον λαϊκό πολιτισμό του αναγεννημένου Νέου Ελληνισμού στη Θράκη.

Δημιουργείται έτσι μία συνεργατική πραγματικότητα στην οποία οι μουσουλμάνοι παραγωγοί παραδίδουν για κατεργασία τον παραγόμενο καπνό στους ειδικευμένους χριστιανούς εργάτες και στο τέλος στους κοσμοπολίτες χριστιανούς εμπόρους. Το αποτέλεσμα είναι εμφανές στον πλούτο που συσσωρεύεται στην περιοχή και στο τέλος της Τουρκοκρατίας πενήντα χρόνια προτού αυτό συμβεί ιστορικά.

Στο βιβλίο παρουσιάζεται ενδιαφέρον εικαστικό υλικό σχετικό με την καλλιέργεια και την κατεργασία του καπνού, όπως και περιγραφές και σχέδια των καπναποθηκών που ανήγειραν οι Ηπειρώτες μαστόροι σε τοπικό ύφος, το οποίο είναι και μοναδικό.

Η ακμή της Γενισέας θα φθάσει μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1870, όταν η Ξάνθη ανοικοδομείται και γίνεται πλέον η πρωτεύουσα του καπνού.

Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

Σπίτια της Ξάνθης.


Εκδότης Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου - ΔΕΑΞ, Σχήμα 20χ30, Σελ.160, Εικ. 365, Χάρτης 1, Ξάνθη 2009.

Η έκδοση περιγράφει τον δομημένο πλούτο της διατηρητέας, αλλά και της νέας πόλης της Ξάνθης. Δίδονται οι ιδεολογικές και ιστορικές προϋποθέσεις της ανοικοδόμησης της πόλης και κατηγοριοποιούνται και περιγράφονται τα κτήρια.
Η έκδοση συνόδευσε την ομώνυμη φωτογραφική έκθεση, με την οποία η Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου συμμετείχε στις «Γιορτές της Παλιάς Πόλης» της Ξάνθης το 2009

Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010

Ξάνθη. Η πόλη με τα χίλια χρώματα. ( Επιμέλεια ).

Έκδοση Δήμου Ξάνθης, Σχήμα 20χ30, Σελ.352, Εικ.500, Χάρτες 3, Ξάνθη 2008.

Πολυθεματικό βιβλίο που παρουσιάζει καθολικά την πόλη της Ξάνθης. Καρπός συνεργασίας 30 μελετητών με καθοριστική συμβολή επιστημόνων από το προσωπικό του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης και επιστημονική επιμέλεια του καθηγητή και πρόεδρου της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας Μιχάλη Μερακλή

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Παρουσίαση του καθηγητή Βάλτερ Πούχνερ για τον συλλογικό τόμο : "Ξάνθη. Η πόλη με τα χίλια χρώματα"


Δημήτρης Μαυρίδης (επιμ.), Ξάνθη. Η πόλη με τα χίλια χρώματα, Δήμος Ξάνθης / Πολιτιστικό Αναπτυξιακό Κέντρο Θράκης 2008, σελ. XVI+333 (4o), 380+60+40 εικ. και σκίτσα, δύο διπλωμένοι χάρτες, χάρτες της πόλης.

Δεν υπάρχει άλλη πόλη στην Ελλάδα, θεωρώ, που να έχει καταγραφεί, περιγραφεί, ντοκουμενταριστεί, παρουσιαστεί με λόγο και εικόνα και αναλυθεί από πάσης απόψεως, όπως η Ξάνθη, με αυτό τον ευπαρουσίαστο και περιεκτικότατο τόμο, για τον οποίο μπορεί να μιλήσει κανείς μόνο στον υπερθετικό βαθμό. Ξεπερνά κατά πολύ τη συνηθισμένη έννοια του πανηγυρικού λευκώματος με την απαράμιλλη συστηματικότητά του, τη μεθοδικότητα της παρουσίασης των λεπτομερειών, με τις εξονυχιστικές αναλύσεις όλων των πτυχών της εμφάνισης, της ιστορικής διαδρομής και εξέλιξης, της πολεοδομίας και ρυμοτομίας, της αρχιτεκτονικής της ιδιοσυστασίας, της λειτουργίας και δομής μιας πόλης, τόσο στο ιστορικό της παρόν στο βορειοελλαδικό χώρο όσο και στις σημερινές της εκφάνσεις, και κυρίως με τις μεθυστικές φωτογραφίες, που κάνουν και μόνο το ξεφύλλισμα του τόμου μια αξέχαστη ξενάγηση και ένα αισθητικό βίωμα, που προκαλεί ανάταση και θαυμασμό. Εδώ μια πόλη παρουσιάζει, χωρίς να κρύβει τίποτε από τις ασχήμιες και τους προβληματισμούς, τον εαυτό της σε εορταστική ενδυμασία και αποκαλύπτει πανηγυρικά, χωρίς μεγαλοστομίες και με απόλυτα επιστημονικό τρόπο, τον ιδανικό της Εαυτό, αλλά με όλες τις οσμές του σώματός της, τον ιδρώτα και τα δάκρυα, τη φτώχεια και ανέχεια, τις μυρουδιές της καπνοπαραγωγής και της καπνοβιομηχανίας, την ιστορική αύρα της παλαιάς αρχιτεκτονικής, οθωμανικής και ευρωπαϊκής, τη μοναδική ατμόσφαιρα μιας ετερόκλητης κοινωνίας μεταξύ Δύσης και Ανατολής.
Η σύμπραξη τόσων ειδικευμένων συγγραφέων εξασφαλίζει, φαίνεται, εκ των προτέρων, την υψηλή ποιότητα του συνόλου, αν και η σύναξη των σοφών δεν φέρνει πάντα και αυτόματα τη σοφία. Χρειάζεται ο σοφός και αθόρυβος συντονισμός, η εξισορρόπηση των επιμέρους, η ενορχήστρωση των οπτικών και προοπτικών, το γενικό όραμα που οδηγεί στο εναρμονισμένο σύνολο. Αυτό το έργο είχε αναλάβει η συντακτική επιτροπή, που αποτελείται από τον Δημήτρη Μαυρίδη, μηχανολόγο μηχανικό και συγγραφέα, ο οποίος και στο παρελθόν έχει δώσει υπέροχα δείγματα προσωπικής γραφής και αυθεντικής σύνθεσης· είχε τη γενική επιμέλεια, έκανε τη σύνθεση, προσέφερε το πλουσιότατο οπτικό υλικό και έκανε και τον υπομνηματισμό και τα σχόλια στις φωτογραφίες· αποτελείται επίσης από τον Βασίλη Αϊβαλιώτη, πολιτικό μηχανικό και λέκτορα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, και τον Γιώργο Τσιγάρα, διδάκτορα Θεολογίας και Φιλοσοφίας. Επιστημονικός σύμβουλος της όλης έκδοσης ήταν ο Μιχάλης Μερακλής, ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και Πρόεδρος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας.
Μετά τους συνηθισμένους χαιρετισμούς τον λόγο παίρνει ο επιμελητής σε μια σύντομη “Εισαγωγή” (σσ. 1εξ.), από την οποια παραθέτω ορισμένα αποσπάσματα: “Η πόλη της Ξάνθης απελευθερώθηκε μόλις το 1919, όταν η Ελληνική Θράκη ενσωματώθηκε στον εθνικό κορμό. Η πόλη ακολούθησε μακραίωνη πορεία που τη συνδέει κατ’ ευθείαν με το βυζαντινό παρελθόν. Είναι ακόμη σήμερα εμφανής, - αν και λίγο γνωστή -, η βαθιά ιστορικότητα του τόπου. Στην πολεοδομική διάταξη της Θράκης μεταφέρονται μέχρι την εποχή μας και είναι ορατές οι βυζαντινές μυστικές αντιλήψεις για την καθαγίαση του χώρου και οι διοικητικές αντιλήψεις και πρακτικές των κατακτητών Οθωμανών για διαχωρισμό των κοινοτήτων. Η Ξάνθη, ως μία από τις πόλεις της Θράκης, βρισκόταν για μακρό χρονικό διάστημα κοντά στο κέντρο βάρους του Ελληνισμού… [Είναι] καθοριστική [η] παρουσία των Ρωμηών, οι οποίοι ελέγχουν το κέντρο και δίνουν τον χαρακτήρα στην πόλη. Αυτό συμβαίνει, παρά την εγκατάσταση Τουρκομάνων νομάδων στην προς Νότο πεδιάδα (14ος -15ος αιώνας), τον εξισλαμισμό της προς Βορρά ορεινής περιοχής (17ος αιώνας) και την ίδρυση από τους Οθωμανούς της Γενισέας, νέου διοικητικού κέντρου για την περιφέρεια (14ος αιώνας). Κατά τον 19ο αιώνα, με τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή και με τις προσπάθειες για εκσυγχρονισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εμφανίζονται οι συνθήκες που επιτρέπουν τη δημιουργία μίας ρωμαίικης εμπορευματικής τάξης και την ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας. Παράλληλα, οι δημογραφικές συνθήκες στο Αιγαίο και την ηπειρωτική Ελλάδα βοηθούν τη μετανάστευση ελληνικών πληθυσμών προς τη Μικρά Ασία και τη Θράκη. Οι Ρωμηοί, -υπήκοοι με περιορισμένα δικαιώματα- ανέρχονται και γίνονται σημαντικό τμήμα της αστικής τάξης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι οι Ρωμηοί της “καθ’ ημάς Ανατολής”, οργανωμένοι σε κοινότητες, πολιτικά υποταγμένες, αλλά οικονομικά κυρίαρχες και πολιτιστικά ανεξάρτητες. Ο 19ος αιώνας, κατά τον οποίο ανοικοδομείται εκ νέου η Ξάνθη, είναι μια περίοδος μεγάλης ακμής… Στην πόλη της Ξάνθης συγκεντρώνεται σημαντικός πλούτος, όχι μόνο λόγω του καπνού, αλλά και λόγω της θέσης της πόλης πάνω στον δρόμο προς τη Βόρεια Θράκη, της ανάπτυξης του εμπορίου και της κατασκευής της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Αδριανούπολης – Κωνσταντινούπολης (1891)… Εκμεταλλευόμενες τον πλούτο που προσπορίζει η καλλιέργεια και η εμπορία του καπνού και το ενδιαφέρον του δυτικοευρωπαϊκού κεφαλαίου, οι ρωμαίικες κοινότητες κυριαρχούν κοινωνικά και οικονομικά κατά τα μέσα του 19ου αιώνα στην περιφέρεια της Ξάνθης και της Καβάλας και ανοικοδομούν, μετά το 1829, την κατεστραμμένη από τους σεισμούς πόλη της Ξάνθης, δημουργώντας ένα αστικό, εμπορικό, βιοτεχνικό και βιομηχανικό κέντρο. Είναι ουσιαστική η διαπίστωση ότι η Παλιά Πόλη της Ξάνθης, όπως διασώζεται σήμερα, είναι δημιούργημα της νεοελληνικής κοινοτικής αντίληψης… Η πόλη ανοικοδομείται συνολικά ως ένα αρχιτεκτονικό υβρίδιο με πολυμορφία ρυθμών, από τη μακεδονική και τη βαλκανική λαϊκή αρχιτεκτονική, μέχρι το νεοκλασικισμό του Ελληνικού Βασιλείου και τους ρυθμούς που αναπτύσσονται στην Κεντρική Ευρώπη κατά την μπελ επόκ. Σήμερα η πόλη σώζεται σχεδόν άθικτη, όπως ανοικοδομήθηκε τον 19ο αιώνα, και προστατεύεται νομοθετικά. Είναι το καλύτερα διατηρούμενο δομημένο δείγμα της κοινοτικής οργάνωσης των Ελλήνων που διασώζεται στον ελλαδικό χώρο. Η Παλιά Πόλη της Ξάνθης διατηρεί την ατμόσφαιρα της καθ’ ημάς Ανατολής … [και] είναι ένα θαυμαστό δείγμα της εξωστρέφειας και της συνέχειας του Ελληνισμού και του βυζαντινού του παρελθόντος, της ακμής του κατά τους χρόνους της ύστερης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και του Levant, όπως αποκαλούσαν οι Δυτικοί Ευρωπαίοι τον λαϊκό πολιτισμό της Ανατολής… κατά τον 20ό αιώνα… η Ελληνική Θράκη έγινε καταφύγιο προσφυγικών πληθυσμών από την πάλαι ποτέ Ελληνική Ανατολή… ο πληθυσμός της πόλης διπλασιάζεται. Ωστόσο, ο διαμοιρασμός της ιστορικής Θράκης ανάμεσα σε τρία εθνικά κράτη έδωσε στην Ελληνική Θράκη τον χαρακτήρα περιφερειακού χώρου, χωρίς οικονομική ενδοχώρα. Το γεγονός αυτό, μαζί με την καταστροφή του Ανατολικού Ελληνισμού, είναι καθοριστικό για τη σχετική καθυστέρηση και περιθωριοποίηση της περιοχής. Η περιθωριοποίηση της Θράκης και η κατάτμησή της, όπως και η παρακμή του καπνού ως εξαγώγιμου προϊόντος, είναι οι λόγοι της οικονομικής δυσπραγίας της πόλης, η οποία κορυφώνεται κατά τη δεκαετία του 1960. Με την εκδήλωση των γνωστών εξωτερικών απειλών δραστήρια μέτρα λαμβάνονται και το τέλος της δεκαετίας του 1970 βρίσκει την πόλη σε τροχιά ανάπτυξης. Η Παλιά Πόλη κηρύσσεται διατηρητέα και μια νέα πόλη ανοικοδομείται στις σχετικά νεότερες συνοικίες. Σήμερα η πόλη αποτελεί το διοικητικό και οικονομικό κέντρο μιας εύφορης αγροτικής και μεταποιητικής περιφέρειας και στηρίζεται στις υπηρεσίες” (σσ. 1 εξ.).
Μετά τις τοποθετήσεις αυτές ο αναγνώστης προχωρά με ενδιαφέρον κεφάλαιο με κεφάλαιο· τα κείμενα συνοδεύονται πάντα με πλουσιαπάροχα παρουσιαζόμενο οπτικό υλικό, το οποίο συγκεντρώνεται στο τέλος κάθε κεφαλαίου: Χρήστος Παντσόγλου, “Η περιφέρεια της Ξάνθης και το φυσικό περιβάλλον” (σσ. 3 εξ., εικ. 6-21), Νίκος Κόκκας, “Το ανθρώπινο περιβάλλον στην πόλη της Ξάνθης. Παράδειγμα αρμονικής συνύπαρξης” (σσ. 11 εξ., εικ. 22-29). Στη συνέχεια περνούμε στο Μέρος Πρώτο, που αποτελείται από εννέα κεφάλαια: Γιώργος Βογιατζής, “Η Ξάνθη κατά την αρχαιότητα και κατά τη βυζαντινή περίοδο” (σσ. 19 εξ., εικ. 30-42), Φωκίων Κοτζαγεώργης, “Η Ξάνθη κατά την οθωμανική περίοδο” (σσ. 25 εξ., εικ. 43-50), Γιάννης Μπακιρτζής, “Νεότερη ιστορία της Ξάνθης” (σσ. 31, εικ. 51-63), Διονύσιος Τσεντικόπουλος, “Εκκλησιαστική ιστορία της Ξάνθης” (σσ. 39 εξ., εικ. 64-67), Δημήτρης Μαυρίδης, “Κοινότητα και Δημογεροντία της Ξάνθης” (σσ. 43 εξ., εικ. 68), Λήδα Ιστικοπούλου, “Η σωματειακή κίνηση της Ξάνθης. Σύλλογοι και συντεχνίες” (σσ. 45, εικ. 69-72) – εδώ αναφέρονται και οι παραστάσεις του Βεάκη στις αρχές του 20ού αιώνα, - Θωμάς Έξαρχου, “Οι ευεργέτες της Ξάνθης” (σσ. 49 εξ, εικ. 73), Κώστας Χατζόπουλος, “Η εκπαίδευση στην Ξάνθη” (σσ. 51 εξ., εικ. 74-77), Γιώργος Κουτζακιώτης, “Ο καπνός” (σσ. 55 εξ., εικ. 78-87).
Όποιος δεν έχει γοητευτεί έως τώρα, δεν μπορεί να αντισταθεί στην έλξη του Δεύτερου Μέρους “Περιγραφή της Παλιάς Πόλης”, όπου επιστρατεύονται δίπλα στις φωτογραφίες και καλλαίσθητα σκίτσα και παραστατικά σχέδια του ζωγράφου Ράλλη Κοψίδη καθώς και αρχιτεκτονικά σχήματα. Το Μέρος αυτό έχει 10 κεφάλαια: Δημήτρης Μαυρίδης, “Οικονομική ιστορία της Ξάνθης” (σσ. 67 εξ. εικ. 88-100), Μαρία Γιαννοπούλου, “Πολεοδομική συγκρότηση της Παλιάς Πόλης” (σσ. 73 εξ., εικ. 101-106), Νίκος Λιανός, “Μορφολογικά χαρακτηριστικά των κτηρίων της Παλιάς Πόλης” (σσ. 79 εξ., εικ. 107-115), Αρχιμανδρίτης Παντελεήμων Μουτάφης, “Τα μοναστήρια της Ξάνθης” (σσ. 81 εξ., εικ. 116-119), Γιώργος Τσιγάρας, “Οι εκκλησίες της Ξάνθης” (σσ. 95 εξ., εικ. 120-127), Χρύσα Μελκίδου, “Τα οθωμανικά μνημεία της Ξάνθης” (σσ. 101 εξ., εικ.128-132), Γιάννης Ρουκουνής, “Οι καπναποθήκες της Ξάνθης” (σσ. 105 εξ., εικ. 133-159), Κωνσταντίνος Θανόπουλος, “Η διάσωση του παραδοσιακού οικισμού της Ξάνθης. Η προστασία της Παλιάς Πόλης διαρκής αγώνας” (σσ. 115 εξ., εικ. 160), Δημήτρης Μαυρίδης, “Εικόνες της Παλιάς Πόλης” (σσ. 117 εξ., εικ. 161-276) – το αργότερο εδώ ο αναγνώστης χάνει τον αυτοέλεγχο και παραδίδεται ανεπιφύλακτα στον θαυμασμό: το κεντρικό αυτό τμήμα του τόμου παρουσιάζει μια σειρά από παλαιές φωτογραφίες σε εντυπωσιακές μεγεθύνσεις, υδατογραφίες, αρχιτεκτονικά σκίτσα (Ράλλης Κοψίδης), σύγχρονες φωτογραφίες και ειδικά τμήματα για επιγραφές και ανάγλυφα, περίτεχνες σιδεριές, σιδεριές από μπαλκόνια (σχέδια της Άννας Ψωμά), πόρτες και παράθυρα, στηθαία και λεπτομέρειες, γείσα και αετώματα και λεπτομέρειες της διακόσμησης. Το Τμήμα για την Παλιά Πόλη τελειώνει με το εξίσου περιεκτικό κεφάλαιο του Δημήτρη Μαυρίδη και του Γιώργου Πατρίκιου: “Χάρτης της Παλιάς Πόλης της Ξάνθης και περιγραφές” (σσ. 175 εξ., εικ. 1-60 σε ειδική αρίθμηση), όπου παρουσιάζονται 60 φωτογραφίες κτηρίων με λεπτομερειακή επιστημονική περιγραφή και χάρτης, όπου εντοπίζονται τα κτήρια αυτά μέσα στην πόλη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο αναγνώστης πραγματοποιεί μια λεπτομερέστατη αρχιτεκτονική ξενάγηση με ποικίλες πληροφορίες για τα επιμέρους κτήρια και μπορεί να παρακολουθεί ταυτόχρονα στον χάρτη, πού ακριβώς βρίσκεται το καθένα μέσα στην Παλιά Πόλη. Η τοποθέτηση των κτηρίων αυτών σχηματίζει, όπως βεβαιώνει μια ματιά στον διπλωμένο χάρτη, ένα συνεχή περίπατο.
Το Τρίτο Μέρος είναι αφιερωμένο στην “Περιγραφή της σύγχρονης πόλης” κι έχει τα εξής κεφάλαια: Δημήτρης Μαυρίδης, “Η οικονομία της Ξάνθης” (σσ. 205 εξ., εικ. 277-281), Γιώργος Πατρίκιος / Εύη Πλιάκα / Ιορδάνης Σιναμίδης, “Διαδικασίες πολεοδομικής συγκρότησης της Ξάνθης” (σσ. 209 εξ., εικ. 282-288), Μαρία Βεργέτη, “Οι κοινωνικές ομάδες της Ξάνθης” (σσ. 227 εξ., εικ. 289-290), Παρθενόπη Κελτσίδου, “Ο συμμιγής λαϊκός πολιτισμός της Ξάνθης” (σσ. 233 εξ., εικ.292-309), Βασιλική Συρακούλη, “Εορταστικοί θεσμοί στην Ξάνθη” (σσ. 243 εξ., εικ. 310-314), Θανάσης Μουσόπουλος, “Η πνευματική ζωή της Ξάνθης” (σσ. 315-332), του ίδιου, “Λόγιοι, λογοτέχνες και καλλιτέχνες της Ξάνθης” (σσ. 253 εξ., εικ. 333-336) – Μέλπω Μερλιέ, Κατίνα Βέϊκου Σεραμέτη, Μάνος Χατζιδάκης -, και ακολουθεί πάλι ένα εικονογραφικό τμήμα του Δημήτρη Μαυρίδη: “Εικόνες της σύγχρονης πόλης” (σσ. 257 εξ., εικ. 337-366), του ίδιου και του Γιώργου Πατρίκιου, “Χάρτης της σύγχρονης πόλης και περιγραφές” (σσ. 272 εξ., εικ. 1-40 σε ξεχωριστή αρίθμηση) – παρουσιάζεται, όπως και για την Παλιά Πόλη, ένας εικονογραφημένος περίπατος με λεπτομερείς περιγραφές για τα επιμέρους κτήρια.
Ο τόμος κλείνει με ένα κεφάλαιο “Περί Ξάνθης: Πατριδογνωσία, πατριδογραφία και εγκώμια” (σσ. 283 εξ.) με ποιήματα, αφηγήσεις και ποικίλη λογοτεχνική ύλη για την πόλη, ένα “Επίμετρο. Τα προβλήματα και η δυναμική της πόλης” (σσ. 297 εξ.), εκπονημένα από τον επιμελητή, του ίδιου και “Σχόλια στην εικονογράφηση” (σσ. 303 εξ.), “Στοιχεία και αριθμοί” (σσ. 313) με στατιστικές, απογραφή ναών, σχολείων κτλ., “Αδελφές πόλεις της Ξάνθης” (σσ. 317 εξ., εικ. 369-378), μια Βιβλιογραφία (σσ. 321 εξ.), “Βιογραφικά σημειώματα των συντελεστών της έκδοσης” (σσ. 325 εξ.) και το Ευρετήριο (σσ. 329 εξ.). Μένει κανείς με τη δικαιολογημένη εντύπωση μιας απαράμιλλης ευσυνειδησίας, που διέπει όλο τον τόμο, μιας επιστημονικής συγκρότησης και αντικειμενικότητας, της ακαταπόνητης συστηματικότητας του σχολιαστή που αγαπάει το γνωστικό του αντικείμενο, και μιας καλλιτεχνικής ευαισθησίας που δίνει στον τόμο, στην εναλλαγή κειμένων και εικόνων, μια σχεδόν μουσική ρυθμολογία. Και πάνω από όλα: ο κ. Μαυρίδης είναι συλλέκτης και λάτρης της παλιάς φωτογραφίας, αλλά και συλλέκτης και λάτρης της σημερινής φωτογραφίας, του εξονυχιστικού ντοκουμενταρίσμος της πραγματικότητας, οπαδός του οπτικού τεκμηρίου. Αυτή η ιδιότητα τον προφυλάσσει από υπέρμετρα νοσταλγικές προσεγγίσεις· η Νέα Πόλη τεκμηριώνεται με την ίδια φροντίδα και αγάπη όπως η Παλιά. Και σ’ ένα δεύτερο κοίταγμα φανερώνονται και άλλες αρετές του τόμου – αλλά να μην προκαταλάβω τον αναγνώστη και του στερήσω τη χαρά να τις βρει μόνος του.


Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Αγγελοφύλακτος Ξάνθη.



Εκδότης Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Σχήμα 20χ30, Σελ. 136, Εικ. 164, Χάρτης 1, Ξάνθη 2007.

Η έκδοση περιγράφει τις ιδεολογικές και ιστορικές συνθήκες κάτω από τις οποίες αναπτύχθηκε και ανοικοδομήθηκε η πόλη της Ξάνθης, ως ένα αρχιτεκτονικό υβρίδιο, καθρέπτης της εξωστρέφειας της Ελληνισμού και του κοσμοπολιτισμού των Ρωμηών της καθ’ ημάς Ανατολής.
Η έκδοση συνόδευσε την ομώνυμη φωτογραφική έκθεση με την οποία η Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου συμμετείχε στις «Γιορτές της Παλιάς Πόλης» της Ξάνθης το 2007.

Από την Ιστορία της Θράκης ( 1875 - 1925 ).

Εκδότης Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Σχ. 20χ30, Σελ.160, Εικ.205, Χάρτες 5, Ξάνθη 2006.

Η έκδοση αφορά την ιστορική περίοδο κατά την οποία διαμορφώθηκε η σημερινή κατάτμηση της Θράκης ανάμεσα σε τρία εθνικά κράτη. Δίδεται έμφαση στην εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης τον Οκτώβριο του 1922 και παρουσιάζονται μαρτυρίες προσφύγων και ανέκδοτες φωτογραφίες.
Η έκδοση συνόδευσε την ομώνυμη φωτογραφική έκθεση, με την οποία η Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου συμμετείχε στις «Γιορτές της Παλιάς Πόλης» της Ξάνθης το 2006.