Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Παρουσίαση του καθηγητή Βάλτερ Πούχνερ για τον συλλογικό τόμο : "Ξάνθη. Η πόλη με τα χίλια χρώματα"


Δημήτρης Μαυρίδης (επιμ.), Ξάνθη. Η πόλη με τα χίλια χρώματα, Δήμος Ξάνθης / Πολιτιστικό Αναπτυξιακό Κέντρο Θράκης 2008, σελ. XVI+333 (4o), 380+60+40 εικ. και σκίτσα, δύο διπλωμένοι χάρτες, χάρτες της πόλης.

Δεν υπάρχει άλλη πόλη στην Ελλάδα, θεωρώ, που να έχει καταγραφεί, περιγραφεί, ντοκουμενταριστεί, παρουσιαστεί με λόγο και εικόνα και αναλυθεί από πάσης απόψεως, όπως η Ξάνθη, με αυτό τον ευπαρουσίαστο και περιεκτικότατο τόμο, για τον οποίο μπορεί να μιλήσει κανείς μόνο στον υπερθετικό βαθμό. Ξεπερνά κατά πολύ τη συνηθισμένη έννοια του πανηγυρικού λευκώματος με την απαράμιλλη συστηματικότητά του, τη μεθοδικότητα της παρουσίασης των λεπτομερειών, με τις εξονυχιστικές αναλύσεις όλων των πτυχών της εμφάνισης, της ιστορικής διαδρομής και εξέλιξης, της πολεοδομίας και ρυμοτομίας, της αρχιτεκτονικής της ιδιοσυστασίας, της λειτουργίας και δομής μιας πόλης, τόσο στο ιστορικό της παρόν στο βορειοελλαδικό χώρο όσο και στις σημερινές της εκφάνσεις, και κυρίως με τις μεθυστικές φωτογραφίες, που κάνουν και μόνο το ξεφύλλισμα του τόμου μια αξέχαστη ξενάγηση και ένα αισθητικό βίωμα, που προκαλεί ανάταση και θαυμασμό. Εδώ μια πόλη παρουσιάζει, χωρίς να κρύβει τίποτε από τις ασχήμιες και τους προβληματισμούς, τον εαυτό της σε εορταστική ενδυμασία και αποκαλύπτει πανηγυρικά, χωρίς μεγαλοστομίες και με απόλυτα επιστημονικό τρόπο, τον ιδανικό της Εαυτό, αλλά με όλες τις οσμές του σώματός της, τον ιδρώτα και τα δάκρυα, τη φτώχεια και ανέχεια, τις μυρουδιές της καπνοπαραγωγής και της καπνοβιομηχανίας, την ιστορική αύρα της παλαιάς αρχιτεκτονικής, οθωμανικής και ευρωπαϊκής, τη μοναδική ατμόσφαιρα μιας ετερόκλητης κοινωνίας μεταξύ Δύσης και Ανατολής.
Η σύμπραξη τόσων ειδικευμένων συγγραφέων εξασφαλίζει, φαίνεται, εκ των προτέρων, την υψηλή ποιότητα του συνόλου, αν και η σύναξη των σοφών δεν φέρνει πάντα και αυτόματα τη σοφία. Χρειάζεται ο σοφός και αθόρυβος συντονισμός, η εξισορρόπηση των επιμέρους, η ενορχήστρωση των οπτικών και προοπτικών, το γενικό όραμα που οδηγεί στο εναρμονισμένο σύνολο. Αυτό το έργο είχε αναλάβει η συντακτική επιτροπή, που αποτελείται από τον Δημήτρη Μαυρίδη, μηχανολόγο μηχανικό και συγγραφέα, ο οποίος και στο παρελθόν έχει δώσει υπέροχα δείγματα προσωπικής γραφής και αυθεντικής σύνθεσης· είχε τη γενική επιμέλεια, έκανε τη σύνθεση, προσέφερε το πλουσιότατο οπτικό υλικό και έκανε και τον υπομνηματισμό και τα σχόλια στις φωτογραφίες· αποτελείται επίσης από τον Βασίλη Αϊβαλιώτη, πολιτικό μηχανικό και λέκτορα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, και τον Γιώργο Τσιγάρα, διδάκτορα Θεολογίας και Φιλοσοφίας. Επιστημονικός σύμβουλος της όλης έκδοσης ήταν ο Μιχάλης Μερακλής, ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και Πρόεδρος της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας.
Μετά τους συνηθισμένους χαιρετισμούς τον λόγο παίρνει ο επιμελητής σε μια σύντομη “Εισαγωγή” (σσ. 1εξ.), από την οποια παραθέτω ορισμένα αποσπάσματα: “Η πόλη της Ξάνθης απελευθερώθηκε μόλις το 1919, όταν η Ελληνική Θράκη ενσωματώθηκε στον εθνικό κορμό. Η πόλη ακολούθησε μακραίωνη πορεία που τη συνδέει κατ’ ευθείαν με το βυζαντινό παρελθόν. Είναι ακόμη σήμερα εμφανής, - αν και λίγο γνωστή -, η βαθιά ιστορικότητα του τόπου. Στην πολεοδομική διάταξη της Θράκης μεταφέρονται μέχρι την εποχή μας και είναι ορατές οι βυζαντινές μυστικές αντιλήψεις για την καθαγίαση του χώρου και οι διοικητικές αντιλήψεις και πρακτικές των κατακτητών Οθωμανών για διαχωρισμό των κοινοτήτων. Η Ξάνθη, ως μία από τις πόλεις της Θράκης, βρισκόταν για μακρό χρονικό διάστημα κοντά στο κέντρο βάρους του Ελληνισμού… [Είναι] καθοριστική [η] παρουσία των Ρωμηών, οι οποίοι ελέγχουν το κέντρο και δίνουν τον χαρακτήρα στην πόλη. Αυτό συμβαίνει, παρά την εγκατάσταση Τουρκομάνων νομάδων στην προς Νότο πεδιάδα (14ος -15ος αιώνας), τον εξισλαμισμό της προς Βορρά ορεινής περιοχής (17ος αιώνας) και την ίδρυση από τους Οθωμανούς της Γενισέας, νέου διοικητικού κέντρου για την περιφέρεια (14ος αιώνας). Κατά τον 19ο αιώνα, με τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή και με τις προσπάθειες για εκσυγχρονισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εμφανίζονται οι συνθήκες που επιτρέπουν τη δημιουργία μίας ρωμαίικης εμπορευματικής τάξης και την ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας. Παράλληλα, οι δημογραφικές συνθήκες στο Αιγαίο και την ηπειρωτική Ελλάδα βοηθούν τη μετανάστευση ελληνικών πληθυσμών προς τη Μικρά Ασία και τη Θράκη. Οι Ρωμηοί, -υπήκοοι με περιορισμένα δικαιώματα- ανέρχονται και γίνονται σημαντικό τμήμα της αστικής τάξης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι οι Ρωμηοί της “καθ’ ημάς Ανατολής”, οργανωμένοι σε κοινότητες, πολιτικά υποταγμένες, αλλά οικονομικά κυρίαρχες και πολιτιστικά ανεξάρτητες. Ο 19ος αιώνας, κατά τον οποίο ανοικοδομείται εκ νέου η Ξάνθη, είναι μια περίοδος μεγάλης ακμής… Στην πόλη της Ξάνθης συγκεντρώνεται σημαντικός πλούτος, όχι μόνο λόγω του καπνού, αλλά και λόγω της θέσης της πόλης πάνω στον δρόμο προς τη Βόρεια Θράκη, της ανάπτυξης του εμπορίου και της κατασκευής της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Αδριανούπολης – Κωνσταντινούπολης (1891)… Εκμεταλλευόμενες τον πλούτο που προσπορίζει η καλλιέργεια και η εμπορία του καπνού και το ενδιαφέρον του δυτικοευρωπαϊκού κεφαλαίου, οι ρωμαίικες κοινότητες κυριαρχούν κοινωνικά και οικονομικά κατά τα μέσα του 19ου αιώνα στην περιφέρεια της Ξάνθης και της Καβάλας και ανοικοδομούν, μετά το 1829, την κατεστραμμένη από τους σεισμούς πόλη της Ξάνθης, δημουργώντας ένα αστικό, εμπορικό, βιοτεχνικό και βιομηχανικό κέντρο. Είναι ουσιαστική η διαπίστωση ότι η Παλιά Πόλη της Ξάνθης, όπως διασώζεται σήμερα, είναι δημιούργημα της νεοελληνικής κοινοτικής αντίληψης… Η πόλη ανοικοδομείται συνολικά ως ένα αρχιτεκτονικό υβρίδιο με πολυμορφία ρυθμών, από τη μακεδονική και τη βαλκανική λαϊκή αρχιτεκτονική, μέχρι το νεοκλασικισμό του Ελληνικού Βασιλείου και τους ρυθμούς που αναπτύσσονται στην Κεντρική Ευρώπη κατά την μπελ επόκ. Σήμερα η πόλη σώζεται σχεδόν άθικτη, όπως ανοικοδομήθηκε τον 19ο αιώνα, και προστατεύεται νομοθετικά. Είναι το καλύτερα διατηρούμενο δομημένο δείγμα της κοινοτικής οργάνωσης των Ελλήνων που διασώζεται στον ελλαδικό χώρο. Η Παλιά Πόλη της Ξάνθης διατηρεί την ατμόσφαιρα της καθ’ ημάς Ανατολής … [και] είναι ένα θαυμαστό δείγμα της εξωστρέφειας και της συνέχειας του Ελληνισμού και του βυζαντινού του παρελθόντος, της ακμής του κατά τους χρόνους της ύστερης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και του Levant, όπως αποκαλούσαν οι Δυτικοί Ευρωπαίοι τον λαϊκό πολιτισμό της Ανατολής… κατά τον 20ό αιώνα… η Ελληνική Θράκη έγινε καταφύγιο προσφυγικών πληθυσμών από την πάλαι ποτέ Ελληνική Ανατολή… ο πληθυσμός της πόλης διπλασιάζεται. Ωστόσο, ο διαμοιρασμός της ιστορικής Θράκης ανάμεσα σε τρία εθνικά κράτη έδωσε στην Ελληνική Θράκη τον χαρακτήρα περιφερειακού χώρου, χωρίς οικονομική ενδοχώρα. Το γεγονός αυτό, μαζί με την καταστροφή του Ανατολικού Ελληνισμού, είναι καθοριστικό για τη σχετική καθυστέρηση και περιθωριοποίηση της περιοχής. Η περιθωριοποίηση της Θράκης και η κατάτμησή της, όπως και η παρακμή του καπνού ως εξαγώγιμου προϊόντος, είναι οι λόγοι της οικονομικής δυσπραγίας της πόλης, η οποία κορυφώνεται κατά τη δεκαετία του 1960. Με την εκδήλωση των γνωστών εξωτερικών απειλών δραστήρια μέτρα λαμβάνονται και το τέλος της δεκαετίας του 1970 βρίσκει την πόλη σε τροχιά ανάπτυξης. Η Παλιά Πόλη κηρύσσεται διατηρητέα και μια νέα πόλη ανοικοδομείται στις σχετικά νεότερες συνοικίες. Σήμερα η πόλη αποτελεί το διοικητικό και οικονομικό κέντρο μιας εύφορης αγροτικής και μεταποιητικής περιφέρειας και στηρίζεται στις υπηρεσίες” (σσ. 1 εξ.).
Μετά τις τοποθετήσεις αυτές ο αναγνώστης προχωρά με ενδιαφέρον κεφάλαιο με κεφάλαιο· τα κείμενα συνοδεύονται πάντα με πλουσιαπάροχα παρουσιαζόμενο οπτικό υλικό, το οποίο συγκεντρώνεται στο τέλος κάθε κεφαλαίου: Χρήστος Παντσόγλου, “Η περιφέρεια της Ξάνθης και το φυσικό περιβάλλον” (σσ. 3 εξ., εικ. 6-21), Νίκος Κόκκας, “Το ανθρώπινο περιβάλλον στην πόλη της Ξάνθης. Παράδειγμα αρμονικής συνύπαρξης” (σσ. 11 εξ., εικ. 22-29). Στη συνέχεια περνούμε στο Μέρος Πρώτο, που αποτελείται από εννέα κεφάλαια: Γιώργος Βογιατζής, “Η Ξάνθη κατά την αρχαιότητα και κατά τη βυζαντινή περίοδο” (σσ. 19 εξ., εικ. 30-42), Φωκίων Κοτζαγεώργης, “Η Ξάνθη κατά την οθωμανική περίοδο” (σσ. 25 εξ., εικ. 43-50), Γιάννης Μπακιρτζής, “Νεότερη ιστορία της Ξάνθης” (σσ. 31, εικ. 51-63), Διονύσιος Τσεντικόπουλος, “Εκκλησιαστική ιστορία της Ξάνθης” (σσ. 39 εξ., εικ. 64-67), Δημήτρης Μαυρίδης, “Κοινότητα και Δημογεροντία της Ξάνθης” (σσ. 43 εξ., εικ. 68), Λήδα Ιστικοπούλου, “Η σωματειακή κίνηση της Ξάνθης. Σύλλογοι και συντεχνίες” (σσ. 45, εικ. 69-72) – εδώ αναφέρονται και οι παραστάσεις του Βεάκη στις αρχές του 20ού αιώνα, - Θωμάς Έξαρχου, “Οι ευεργέτες της Ξάνθης” (σσ. 49 εξ, εικ. 73), Κώστας Χατζόπουλος, “Η εκπαίδευση στην Ξάνθη” (σσ. 51 εξ., εικ. 74-77), Γιώργος Κουτζακιώτης, “Ο καπνός” (σσ. 55 εξ., εικ. 78-87).
Όποιος δεν έχει γοητευτεί έως τώρα, δεν μπορεί να αντισταθεί στην έλξη του Δεύτερου Μέρους “Περιγραφή της Παλιάς Πόλης”, όπου επιστρατεύονται δίπλα στις φωτογραφίες και καλλαίσθητα σκίτσα και παραστατικά σχέδια του ζωγράφου Ράλλη Κοψίδη καθώς και αρχιτεκτονικά σχήματα. Το Μέρος αυτό έχει 10 κεφάλαια: Δημήτρης Μαυρίδης, “Οικονομική ιστορία της Ξάνθης” (σσ. 67 εξ. εικ. 88-100), Μαρία Γιαννοπούλου, “Πολεοδομική συγκρότηση της Παλιάς Πόλης” (σσ. 73 εξ., εικ. 101-106), Νίκος Λιανός, “Μορφολογικά χαρακτηριστικά των κτηρίων της Παλιάς Πόλης” (σσ. 79 εξ., εικ. 107-115), Αρχιμανδρίτης Παντελεήμων Μουτάφης, “Τα μοναστήρια της Ξάνθης” (σσ. 81 εξ., εικ. 116-119), Γιώργος Τσιγάρας, “Οι εκκλησίες της Ξάνθης” (σσ. 95 εξ., εικ. 120-127), Χρύσα Μελκίδου, “Τα οθωμανικά μνημεία της Ξάνθης” (σσ. 101 εξ., εικ.128-132), Γιάννης Ρουκουνής, “Οι καπναποθήκες της Ξάνθης” (σσ. 105 εξ., εικ. 133-159), Κωνσταντίνος Θανόπουλος, “Η διάσωση του παραδοσιακού οικισμού της Ξάνθης. Η προστασία της Παλιάς Πόλης διαρκής αγώνας” (σσ. 115 εξ., εικ. 160), Δημήτρης Μαυρίδης, “Εικόνες της Παλιάς Πόλης” (σσ. 117 εξ., εικ. 161-276) – το αργότερο εδώ ο αναγνώστης χάνει τον αυτοέλεγχο και παραδίδεται ανεπιφύλακτα στον θαυμασμό: το κεντρικό αυτό τμήμα του τόμου παρουσιάζει μια σειρά από παλαιές φωτογραφίες σε εντυπωσιακές μεγεθύνσεις, υδατογραφίες, αρχιτεκτονικά σκίτσα (Ράλλης Κοψίδης), σύγχρονες φωτογραφίες και ειδικά τμήματα για επιγραφές και ανάγλυφα, περίτεχνες σιδεριές, σιδεριές από μπαλκόνια (σχέδια της Άννας Ψωμά), πόρτες και παράθυρα, στηθαία και λεπτομέρειες, γείσα και αετώματα και λεπτομέρειες της διακόσμησης. Το Τμήμα για την Παλιά Πόλη τελειώνει με το εξίσου περιεκτικό κεφάλαιο του Δημήτρη Μαυρίδη και του Γιώργου Πατρίκιου: “Χάρτης της Παλιάς Πόλης της Ξάνθης και περιγραφές” (σσ. 175 εξ., εικ. 1-60 σε ειδική αρίθμηση), όπου παρουσιάζονται 60 φωτογραφίες κτηρίων με λεπτομερειακή επιστημονική περιγραφή και χάρτης, όπου εντοπίζονται τα κτήρια αυτά μέσα στην πόλη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο αναγνώστης πραγματοποιεί μια λεπτομερέστατη αρχιτεκτονική ξενάγηση με ποικίλες πληροφορίες για τα επιμέρους κτήρια και μπορεί να παρακολουθεί ταυτόχρονα στον χάρτη, πού ακριβώς βρίσκεται το καθένα μέσα στην Παλιά Πόλη. Η τοποθέτηση των κτηρίων αυτών σχηματίζει, όπως βεβαιώνει μια ματιά στον διπλωμένο χάρτη, ένα συνεχή περίπατο.
Το Τρίτο Μέρος είναι αφιερωμένο στην “Περιγραφή της σύγχρονης πόλης” κι έχει τα εξής κεφάλαια: Δημήτρης Μαυρίδης, “Η οικονομία της Ξάνθης” (σσ. 205 εξ., εικ. 277-281), Γιώργος Πατρίκιος / Εύη Πλιάκα / Ιορδάνης Σιναμίδης, “Διαδικασίες πολεοδομικής συγκρότησης της Ξάνθης” (σσ. 209 εξ., εικ. 282-288), Μαρία Βεργέτη, “Οι κοινωνικές ομάδες της Ξάνθης” (σσ. 227 εξ., εικ. 289-290), Παρθενόπη Κελτσίδου, “Ο συμμιγής λαϊκός πολιτισμός της Ξάνθης” (σσ. 233 εξ., εικ.292-309), Βασιλική Συρακούλη, “Εορταστικοί θεσμοί στην Ξάνθη” (σσ. 243 εξ., εικ. 310-314), Θανάσης Μουσόπουλος, “Η πνευματική ζωή της Ξάνθης” (σσ. 315-332), του ίδιου, “Λόγιοι, λογοτέχνες και καλλιτέχνες της Ξάνθης” (σσ. 253 εξ., εικ. 333-336) – Μέλπω Μερλιέ, Κατίνα Βέϊκου Σεραμέτη, Μάνος Χατζιδάκης -, και ακολουθεί πάλι ένα εικονογραφικό τμήμα του Δημήτρη Μαυρίδη: “Εικόνες της σύγχρονης πόλης” (σσ. 257 εξ., εικ. 337-366), του ίδιου και του Γιώργου Πατρίκιου, “Χάρτης της σύγχρονης πόλης και περιγραφές” (σσ. 272 εξ., εικ. 1-40 σε ξεχωριστή αρίθμηση) – παρουσιάζεται, όπως και για την Παλιά Πόλη, ένας εικονογραφημένος περίπατος με λεπτομερείς περιγραφές για τα επιμέρους κτήρια.
Ο τόμος κλείνει με ένα κεφάλαιο “Περί Ξάνθης: Πατριδογνωσία, πατριδογραφία και εγκώμια” (σσ. 283 εξ.) με ποιήματα, αφηγήσεις και ποικίλη λογοτεχνική ύλη για την πόλη, ένα “Επίμετρο. Τα προβλήματα και η δυναμική της πόλης” (σσ. 297 εξ.), εκπονημένα από τον επιμελητή, του ίδιου και “Σχόλια στην εικονογράφηση” (σσ. 303 εξ.), “Στοιχεία και αριθμοί” (σσ. 313) με στατιστικές, απογραφή ναών, σχολείων κτλ., “Αδελφές πόλεις της Ξάνθης” (σσ. 317 εξ., εικ. 369-378), μια Βιβλιογραφία (σσ. 321 εξ.), “Βιογραφικά σημειώματα των συντελεστών της έκδοσης” (σσ. 325 εξ.) και το Ευρετήριο (σσ. 329 εξ.). Μένει κανείς με τη δικαιολογημένη εντύπωση μιας απαράμιλλης ευσυνειδησίας, που διέπει όλο τον τόμο, μιας επιστημονικής συγκρότησης και αντικειμενικότητας, της ακαταπόνητης συστηματικότητας του σχολιαστή που αγαπάει το γνωστικό του αντικείμενο, και μιας καλλιτεχνικής ευαισθησίας που δίνει στον τόμο, στην εναλλαγή κειμένων και εικόνων, μια σχεδόν μουσική ρυθμολογία. Και πάνω από όλα: ο κ. Μαυρίδης είναι συλλέκτης και λάτρης της παλιάς φωτογραφίας, αλλά και συλλέκτης και λάτρης της σημερινής φωτογραφίας, του εξονυχιστικού ντοκουμενταρίσμος της πραγματικότητας, οπαδός του οπτικού τεκμηρίου. Αυτή η ιδιότητα τον προφυλάσσει από υπέρμετρα νοσταλγικές προσεγγίσεις· η Νέα Πόλη τεκμηριώνεται με την ίδια φροντίδα και αγάπη όπως η Παλιά. Και σ’ ένα δεύτερο κοίταγμα φανερώνονται και άλλες αρετές του τόμου – αλλά να μην προκαταλάβω τον αναγνώστη και του στερήσω τη χαρά να τις βρει μόνος του.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου