Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Ομιλία του καθηγητή Φωκίωνα Κοτζαγεώργη για το συγγραφικό έργο του Δημήτρη Μαυρίδη

Αν άλλοι ήταν αυτοί που διαφύλαξαν την Παλιά Πόλη της Ξάνθης από την οικοδομική πλημμυρίδα και τη λογική της αντιπαροχής κατά τη δεκαετία του 1970, ο κ. Δημήτρης Μαυρίδης ήταν αυτός που φρόντισε να διαφημίσει αυτό το διασωθέν στολίδι του ελλαδικού χώρου. Αυτό που τον συνέδεε με την πόλη δεν ήταν ούτε η καταγωγή ούτε ο τόπος γέννησης, παρά μόνο οι παιδικές μνήμες από την ολιγόχρονη διαμονή του εδώ. Ο ίδιος τεχνοκράτης, πολυταξιδεμένος, ζυμωμένος με τον κοσμοπολιτισμό, χρησιμοποίησε αυτά τα εργαλεία για να λαξεύσει και τελικά να μορφοποιήσει την ζωντανή εικόνα του για την πόλη και για τον ελληνισμό.

Ο υπότιτλος του πρώτου βιβλίου του για τον τόπο καταγωγής του, τη Ραιδεστό («Σε αναζήτηση της νεοελληνικής ταυτότητας», το 2003) δείχνει τον προβληματισμό που τον απασχολεί γόνιμα καθ’ όλη την τρέχουσα δεκαετία. Στον οδηγό που συνόδευσε την φωτογραφική έκθεση «Μνεία της καθ’ ημάς Ανατολής» το 2005 και τον αντίστοιχο για την έκθεση «Από την ιστορία της Θράκης 1875-1925» τον επόμενο χρόνο, και οι δυο για τις «Γιορτές της Παλιάς Πόλης», ο Μαυρίδης υπομνηματίζει τις φωτογραφίες του και στοχάζεται πάνω στην πορεία των Ρωμιών της οθωμανικής αυτοκρατορίας μέχρι την τελική φυγή τους από τη Μικρασία και τη Θράκη το 1922. Η πορεία αυτή τον συγκινεί και αναζητά με σπουδή μέσα στον ιστορικό χρόνο τα στοιχεία που συγκροτούν αυτό που ονομάζουμε «νεοελληνική ταυτότητα».

Μέσα σ’ αυτό το γενικό πλαίσιο εντάσσεται και η προβληματική του για την Ξάνθη. Το 2004 με δύο δημοσιεύματά του (ένα άρθρο στο περιοδικό «Νέα Κοινωνιολογία» και ένα βιβλίο) για πρώτη φορά προβάλλει την Ξάνθη ως δημιούργημα του ρωμέικου κοινοτισμού. Ο Μαυρίδης θεωρεί ότι η οικονομική, κοινωνική, και πνευματική ανάδυση, αλλά και η πολεοδομική συγκρότηση της πόλης κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο οφειλόταν στην ανάδειξη των Ρωμιών ως κυρίαρχης πληθυσμιακής ομάδας της πόλης. Εστίασε στην Παλιά Πόλη, την οποία παρουσίασε στο ευρύ κοινό μέσα από την πλουσιότατη προσωπική συλλογή φωτογραφιών και ταχυδρομικών δελταρίων. Από το πρώτο βιβλίο του φάνηκαν και οι άξονες της σκέψης του Μαυρίδη γι’ αυτήν: α) εκεί αποτυπώνονται όλα τα στοιχεία της ρωμέικης ιστορικής παράδοσης (μοναστήρια, πλατείες, ναοί, κάστρο, μαχαλάδες, πολεοδομικός σχεδιασμός) και β) πολυμορφική αποτύπωση στο δομημένο περιβάλλον, η οποία συμβαδίζει με το ανθρώπινο. Η λεπτομέρεια στη δημιουργία αρχιτεκτονικών κτηρίων ως σημαντικού πολιτιστικού στοιχείου έχει γίνει συνείδηση από τον Μαυρίδη. Στο δεύτερο βιβλίο του για την Παλιά Πόλη (Μαστοριά και Μεράκι), που εκδόθηκε το 2005 από τον Δήμο Ξάνθης και το ΠΑΚΕΘΡΑ (όπως και το προηγούμενο), ο Μαυρίδης αναλύει την υφολογική ποικιλομορφία της Παλιάς Πόλης, τεκμηριώνοντάς την με φωτογραφικό υλικό, τόσο παλιό όσο και σύγχρονο. Απομονώνει τα αρχιτεκτονικά στυλ (εκλεκτικισμός, μπελ επόκ, σαχνισί) και επικεντρώνεται στην εργασία των μαστόρων που μετέτρεψαν τα υλικά σε τέχνη. Σκύβει με αγάπη σ’ αυτούς τους ανώνυμους εργάτες της πέτρας, του ξύλου, του χρώματος, του πηλού και του μετάλλου, οι οποίοι δημιούργησαν τα κτήρια, αλλά κυρίως τις λεπτομέρειες που συνθέτουν το πολεοδομικό σύνολο της Παλιάς Πόλης. Ο Μαυρίδης γνωρίζει την εργασία αυτών των ανθρώπων και με Μαστοριά και μεράκι συνθέτει ένα εκδοτικό δημιούργημα, αφιέρωμα στους ανώνυμους κτίτορες της Παλιάς Πόλης.

Στα επόμενα δημοσιεύματά του ο Μαυρίδης προχωρά σε μια σύνθεση. Το 2007 σε συνεργασία με τη Μητρόπολη Ξάνθης συμμετέχει στις Γιορτές Παλιάς Πόλης με μια φωτογραφική έκθεση. Η έκθεση συνοδεύεται από άλλον έναν καλαίσθητο τόμο, την «Αγγελοφύλακτη Ξάνθη». Εδώ ο Μαυρίδης γράφει μια ιστορία της πόλης, όχι με τον συμβατικό ακαδημαϊκό τρόπο, αλλά με τον δικό του. Έτσι, όταν αναφέρεται στη βυζαντινή Ξάνθεια δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην καθαγίαση του χώρου με τα  «σταυράτα» και στη διατήρηση του βυζαντινού μυστικού πολεοδομικού σχεδιασμού, ο οποίος θα επιβιώσει πολλούς αιώνες μετά στην Παλιά Πόλη. Θα επεξεργασθεί ακόμη περισσότερο την άποψη για την Ξάνθη ως κύτταρο του ρωμέικου κοινοτισμού, θα επιμείνει στο ύφος και στην ιδεολογία που κρύβει το δομημένο περιβάλλον της Παλιάς Πόλης και μέσω αυτών των ρυθμών θα παρακολουθήσει την ιστορική πορεία της πόλης μέχρι τον 20ο αι. Κατά την προσφιλή συνήθειά του, ο Μαύριδης θα σχολιάσει και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Τον χώρο τον βλέπει ως έναν ζωντανό οργανισμό, η εμπορευματοποίηση του οποίου επιδρά και στον ψυχισμό των κατοίκων του. «Η επικράτηση της ανάγκης πάνω στην αισθητική» είναι εκδήλωση, κατά τον Μαυρίδη, της κρίσης νεοελληνικής ταυτότητας. Για τη σύγχρονη Ξάνθη ο Μαυρίδης επισημαίνει τις «ευεργητικές» για τη διάσωση της Παλιάς Πόλης οικονομικές δυσκολίες του 1950 και του 1960. Σήμερα, η πόλη διατηρεί τον διφυή χαρακτήρα που είχε ήδη από τις αρχές του 20ου αι.: το σύγχρονο πολεοδομικό ιστό και την Παλιά Πόλη. Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του ο Μαυρίδης αναρωτιέται γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος προσπαθεί να διασώσει και να διατηρήσει τα «παρωχημένα περιβάλλοντα», για να δώσει στη συνέχεια μια απάντηση: «τα περιβάλλοντα αυτά διαθέτουν κάτι το οποίο απουσιάζει από αυτό που οι σημερινές κοινωνίες μπορούν να δημιουργήσουν». Η δυνατότητα διατήρησης του χαρακτήρα της Παλιάς Πόλης απασχολεί τον Μαυρίδη. Ολοκληρώνει το βιβλίο του με μια πρόταση. Στο ερώτημα ποιες επιλογές έχει η Ξάνθη για να διατηρήσει την Παλιά Πόλη, η απάντηση είναι δύο: η πρώτη είναι η λογική της τουριστικής πολιτιστικής βιομηχανίας. Σύμφωνα μ’ αυτήν, όπως έχει συμβεί και σ’ άλλες περιοχές της Ελλάδας, τέτοιοι τόποι γίνονται πεδίο ανάδειξης των καταναλωτικών προτύπων των υψηλών εισοδηματικών στρωμάτων. Έτσι, ο παραδοσιακός τόπος γίνεται τουριστικό αξιοθέατο, μουσειακός χώρος, κάτι ψυχρό, όπου ακυρώνεται η όποια παράδοση και ιστορικότητα. Η δεύτερη επιλογή, την οποία προτείνει ο Μαυρίδης, είναι να υποστηριχτεί η πολυπλοκότητα του δομημένου περιβάλλοντος της Παλιάς Πόλης μέσω των κοινωνικών σχέσεων που αναπτύσσονται μέσα σ’ αυτό. Προτείνει, δηλαδή, να ενθαρρυνθούν οι χαμηλότερες εισοδηματικές ομάδες να εγκατασταθούν στην Παλιά Πόλη, να υποστηριχτεί η διατήρηση των ζωντανών κοινωνικών σχέσεων της καθημερινότητας μέσω της κατοικίας και να αποφευχθεί η δημιουργία κέντρων διασκέδασης ή άλλων τουριστικής υφής δραστηριοτήτων.

Στην ογκώδη και πολυτελή έκδοση του Δήμου Ξάνθης σε συνεργασία με το ΠΑΚΕΘΡΑ (2007) ο Μαυρίδης επιμελείται εξ ολοκλήρου τον τόμο, έχει την ευθύνη στην επιλογή μιας ευρύτατης γκάμας συγγραφέων, στο χωρισμό των κεφαλαίων και στην εικονογράφηση. Ο τόμος, που αποτελεί δικό του δημιούργημα, συνιστά κορυφαίο επίτευγμα όλων των προσπαθειών των τοπικών κοινωνιών για την ανάδειξη των πόλεών τους. Νομίζω ότι θα αποτελέσει οδηγό για πολλές μεταγενέστερες προσπάθειες φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα. Τον αναγνώστη εντυπωσιάζει μεταξύ άλλων η ποικιλία των θεμάτων που συλλαμβάνει ο Μαυρίδης. Περιοριζόμενος στο κεφάλαιο για την Παλιά Πόλη, διαφαίνονται τα προσωπικά ενδιαφέροντα του Μαυρίδη γι’ αυτήν, αλλά δεν μένει τίποτε έξω, διατηρώντας μια αξιοθαύμαστη θεματική ισορροπία: εκκλησιές και μοναστήρια, αλλά και οθωμανικά μνημεία, αρχιτεκτονική και πολεοδομία, αλλά και οικονομία, οι προσπάθειες διάσωσης του οικισμού, αλλά και ο εικονογραφικός και κειμενικός υπομνηματισμός της. Ο Μαυρίδης στον Επίλογο του τόμου καταγράφει τα προβλήματα συνολικά της πόλης και δίνει τη δική του οπτική για την επίλυσή τους.

Στο φετινό εορτασμό των Γιορτών Παλιάς Πόλης ο Μαυρίδης συμμετέχει με τη φωτογραφική έκθεση «Σπίτια της Ξάνθης» που διοργανώνεται από τη Μητρόπολη. Στον οδηγό-βιβλίο που συνοδεύει την έκθεση ο Μαυρίδης συστηματοποιεί, φωτογραφικά και κειμενικά, τα διαφορετικά αρχιτεκτονικά στυλ της πόλης φτάνοντας μέχρι τις σύγχρονες πολυκατοικίες. Η ιστορική διάσταση είναι παρούσα και σ’ αυτή την έκδοση.

Μόνιμο στοιχείο των εκδόσεων του κ. Μαυρίδη είναι η τέλειας ποιότητας φωτογραφική τεκμηρίωση, η οποία ζωντανεύει το αντικείμενο και το καθιστά οικείο και παντοτινό. Ο σχολιασμός των φωτογραφιών λειτουργεί ως μια συμπληρωματική διάσταση: εικόνα και λόγος δημιουργούν ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο προσφέροντας ένα άρτιο τελικό καλλιτεχνικό προϊόν. Η καλαισθησία των βιβλίων οφείλεται αποκλειστικά στον ίδιο. Όσο λίγοι γνωρίζει την τέχνη του να δημιουργήσεις ένα βιβλίο και γι’ αυτό επιμελείται ο ίδιος από την αρχή μέχρι το τέλος τις εκδόσεις του. Ίσως η αγάπη του γι’ αυτό, η οποία αναδεικνύεται μέσα από την αισθητική τελειότητα, να τον οδήγησε να συνοδεύσει τις εκθέσεις των φωτογραφιών του με περίτεχνους και καλά υπομνηματισμένους οδηγούς-βιβλία.

Συμπληρωματικό στοιχείο των εκδόσεών του είναι οι χάρτες. Ο κ. Μαυρίδης, όσο δυστυχώς λίγοι Έλληνες, γνωρίζει ότι η γνώση του χώρου αποτελεί βασικό τρόπο για τη γνώση των ανθρώπων και της ζωής. Ο ίδιος επιμελείται και σχεδιάζει τους χάρτες του με καλαισθησία και ακριβή ιστορικό υπομνηματισμό. Η παράθεση βιβλιογραφίας στο τέλος των εκδόσεών του υπακούει στο ενδιαφέρον του να καταγράψει οτιδήποτε για την Ξάνθη και να παρακινήσει κι άλλους να ασχοληθούν μ’ αυτήν.

Όσοι γνώρισαν τον κ. Μαυρίδη μόνο μέσα από τα βιβλία του, διακρίνουν έναν άνθρωπο που έχει αγάπη για την Ξάνθη. Η γραφή του είναι χειμαρρώδης, συναρπαστική. Όσοι τον γνώρισαν προσωπικά πρόσεξαν έναν άνθρωπο ήπιων τόνων, ολιγομίλητο, ακριβολόγο και ρεαλιστή. Αυτό το τελευταίο στοιχείο είναι που τον διαφυλάσσει από ιδεολογικοποιήσεις. Εννοώ το εξής: η ανακάλυψη και ο θαυμασμός της ελληνικής παράδοσης εκδηλώθηκε από πολλούς ανθρώπους, διαφορετικών πνευματικών καταβολών, παλιότερα και τώρα. Σήμερα, λόγω της φολκλορικής ή και τουριστικής προσέγγισης της παράδοσης είναι πανεύκολη η διολίσθηση σε ιδεολογικοποιημένους ρομαντισμούς, οι οποίοι αντί να παράξουν σεβασμό προς το θαυμαζόμενο, υποκύπτουν ευκολότατα στον καταναλωτικό πειρασμό της τουριστικής βιομηχανίας. Ο κ. Μαυρίδης θέλει και αναζητά το αληθινό. Γνωρίζει, όμως, και τον ρεαλισμό της καθημερινής ζωής. Αυτά τον οδηγούν στο να βλέπει την παράδοση βιωματικά, ως ένα ζωντανό οργανισμό, και να αποφεύγει την ιδεοληψία. Δεν είναι τυχαίο που και ο άλλος σημερινός τιμώμενος, απ’ όσα έχω ακούσει και διαβάσει, διακρίνεται από τον ίδιο ρεαλισμό και την ίδια αγάπη. Ίσως γι’ αυτό και οι προτάσεις που έχουν διατυπώσει για τη διατήρηση της Παλιάς Πόλης ταυτίζονται. Κι αυτό είναι ένα εντυπωσιακό στοιχείο.

Η περίπτωση της Παλιάς Πόλης της Ξάνθης είναι μοναδική από πολλές απόψεις. Επιπλέον, πρωτοπορεί και σ’ αυτό: έχει δυο ανθρώπους που προτείνουν συγκεκριμένα και ρεαλιστικά μέτρα γι’ αυτήν. Μόνο ως αυτοκτονία πάνω στο ιστορικό σώμα των Ξανθιωτών – και όχι μόνο – θα μπορούσε να θεωρηθεί η κώφευση των ιθυνόντων στις εκκλήσεις και τις προτάσεις του κ. Μαυρίδη και του κ. Θανόπουλου. Όπερ έδει δείξαι...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου